«Η Ερεσός μας είναι μια αγκαλιά ομορφιάς και ανθρωπιάς», συνέντευξη με την Τρίνε Στάουνινγκ-Βίλερτ
- frantiopi
- 3 Ιαν
- διαβάστηκε 8 λεπτά
της Αντιόπης Φραντζή
Η Τρίνε Στάουνινγκ-Βίλερτ (Trine Stauning Willert) είναι Δανέζα και Ερεσιώτισσα (όπως δηλώνει η ίδια). Πανεπιστημιακός, συγγραφέας και μεταφράστρια με ειδίκευση στις σύγχρονες ελληνικές σπουδές, είναι μια αφοσιωμένη μελετητής της σύγχρονης Ελλάδας και του πολιτισμού της. Όταν τη γνώρισα με συγκίνησε η πηγαία αγάπη της για την Ερεσό μας, όπως και το πάθος με το οποίο υπερασπίζεται τις ανθρωπιστικές και περιβαλλοντικές της αξίες Εξ ου και η συνέντευξή της που μας ξαναθυμίζει την Ερεσό των ΄80ς!

Τρίνε, χαίρομαι πάρα πολύ για τη συζήτηση αυτή που κάνουμε. Ξεκινώντας θα θέλαμε να μας εξηγήσεις πώς ξεκίνησε η σχέση σου με την Ελλάδα και την Ερεσό ειδικότερα.
Στην Ερεσό πρωτοήρθα το 1981, δέκα χρονών, με τους γονείς μου Anne Stauning (Άννα Στάουνινγκ) και Søren Willert (Σόρεν Βίλερτ) και τον μικρότερο αδελφό μου Morten (Μόρτεν). Είχαμε έρθει στη Μυτιλήνη με το καράβι από τον Πειραιά και η πόλη μας φάνηκε σαν μια μικρή Αθήνα με πολλή κίνηση και θόρυβο. Η μητέρα μου που τότε ήξερε λίγα ελληνικά μάλλον είχε μάθει για την Ερεσό μιλώντας με κόσμο στο καράβι και μας φάνηκε ο ιδανικός προορισμός, αφού ήταν πολύ μακριά από αυτή τη θορυβώδη πόλη.
Πήραμε το λεωφορείο μέχρι τη Σκάλα Ερεσού και με το που βγήκαμε από το λεωφορείο με τα ρούχα μας να κολλάνε πάνω στο δέρμα από τον ιδρώτα – τα καθίσματα τότε στα λεωφορεία ήταν πλαστικά και δεν είχε φυσικά κλιματισμό – μας φώναξε ένας πιτσιρικάς να μας δείξει δωμάτια να νοικιάσουμε. Ήταν ο Γιώργος Ψαραδέλλης και μας πήγε μέχρι το σπίτι του όπου μας περίμενε η μητέρα του, η κυρία Χαρίκλεια, να μας βάλει στο σπίτι τους με την ωραία σκιερή βεράντα. Αυτό το σπίτι δεν υπάρχει πια. Σήμερα νομίζω ότι είναι μέρος του πανσιόν Olias Rooms που είναι δίπλα στο Venia’s Apartments (πρώην Αντιόπη και Κουιτού).

Περάσαμε πολύ όμορφα το πρώτο καλοκαίρι στη Σκάλα Ερεσού με ατελείωτες ώρες στην παραλία και τα βράδια στην πλατεία να τρώμε κοτόπουλο με πατάτες στην ταβέρνα Παραλία όπου μας σέρβιρε κι έκανε αστεία με μας τα παιδιά ο Αντώνης Καΐμης και μετά να απολαμβάνουμε τις τραγανές και ζουμερές λουκουμάδες στο διπλανό καφενείο του Πλούτου.

Ήταν ένας επίγειος παράδεισος για μας τα παιδιά, αλλά και η μητέρα μου έβρισκε τον παράδεισό της στη γειτονιά που μέναμε, γιατί έκανε φιλίες με όλες τις γυναίκες και μάθαινε από αυτές τις παραδόσεις της Ερεσού: παρακολουθούσε πώς ψήνανε ψωμί στο ξυλόφουρνο, πώς έφτιαχναν χυλοπίτες και τραχανά και φυσικά πήγαινε για καφέ στο μπακάλικο της κυρίας Λίτσας και με έπαιρνε μαζί της για να γνωρίσω την πολύ όμορφη κόρη της, τη Δέσποινα.

Αλλά και για τον πατέρα μου ήταν παράδεισος η Σκάλα Ερεσού γιατί βρήκε έμπνευση για τη δουλειά του ως συγγραφέας και ψυχολόγος κι απολάμβανε να διαβάζει τη Σαπφώ και τον Θεόφραστο στον τόπο τους τις ζεστές νύχτες του ερεσιωτικού καλοκαιριού.
Όπως καταλαβαίνετε δεν υπήρχε αμφιβολία ότι θα έπρεπε να γυρίσουμε στο χωριό αφού όλη η οικογένεια το λάτρεψε κι έτσι κάθε δύο χρόνια το καλοκαίρι περνούσαμε όλο τον Ιούλιο στην Ερεσό. Τα πρώτα πολλά χρόνια στην ίδια γειτονιά, αλλά σε διάφορα σπίτια. Αργότερα οι γονείς μου βρήκαν να νοικιάσουν ένα σπίτι στην περιοχή Πασαλιμένας που αργότερα και αγόρασαν κι από τότε εκεί περνάμε τις διακοπές μας μαζί και με τα δικά μας τα παιδιά, που γνώρισαν και αγάπησαν την Ερεσό της γιαγιάς.


Η μητέρα μου όταν πήρε σύνταξη περνούσε μεγάλα διαστήματα στο σπίτι της κι έκανε παρέα με όλους τους φίλους της στην Ερεσό, ξένους και ντόπιους, και όσο περνούσαν τα χρόνια βελτίωνε και τα ελληνικά της κι ήταν πολύ αγαπημένη από όλους που την ήξεραν. Δυστυχώς διαγνώστηκε με καρκίνο και έφυγε πρόωρα, πριν από οκτώ χρόνια. Το καλοκαίρι αφού πέθανε καλέσαμε τους φίλους της στο σπίτι στην Ερεσό και όλοι της έγραψαν όμορφα μηνύματα σε κάρτες που τις φυλάμε σ’ ένα εκκλησάκι που έχουμε στο κτήμα για την μνήμη της. Όποιος σήμερα έρχεται στο σπίτι της καταλαβαίνει κάτι από την ψυχή της που παραμένει παρούσα σε αυτό το μέρος που αγαπούσε τόσο πολύ. Θα μπορούσα να σας πω πολλά περισσότερα για την μητέρα μου την Άννα, αλλά ας τα κρατήσουμε και για μια άλλη φορά.

Ποια είναι η σχέση σου με την ελληνική Γλώσσα και τον ελληνικό πολιτισμό
Οι γονείς μου όταν παντρευτήκανε έκαναν μια συμφωνία. Ο πατέρας μου ήθελε να ξαναπάει στην Αφρική όπου είχε ταξιδέψει και δουλέψει στα νιάτα του, η μητέρα μου ήθελε να κάνει παιδιά. Δεν νομίζω ότι η συμφωνία περιλάμβανε ταξίδια στην Ελλάδα, αλλά ήδη πριν γεννηθούμε εμείς τα παιδιά οι γονείς μας είχαν ταξιδέψει στην Ελλάδα μαζί κι όταν τη δεκαετία του 1970 μέναμε οικογενειακώς στο Μπουρούντι της Αφρικής πηγαίναμε στην ελληνική ταβέρνα της πρωτεύουσας Μπουζουμπούρα, ψωνίζαμε στον ελληνικό φούρναρη και στο γραμμόφωνο έπαιζε τραγούδια του Λοΐζου και του Θεοδωράκη. Έτσι ο ελληνικός πολιτισμός και η ελληνική γλώσσα μπήκαν στη ζωή μου από μικρή.

Στη Μπουζουμπούρα πήγαινα σε γαλλόφωνο σχολείο αλλά όταν επιστρέψαμε στη Δανία ήμουν τόσο καταθλιμμένη που δεν ήθελα ούτε να ακούσω ούτε να μιλήσω τα γαλλικά, γιατί μου θύμιζε τη ζωή που είχα χάσει. Στη Δανία ένιωθα ξένη και μάλλον οι συνομήλικοί μου με θεωρούσαν και λίγο παράξενη, επειδή δεν ήμουν μέσα στα πράγματα που απασχολούσαν παιδιά που μεγάλωναν στη Δανία εκείνη την εποχή. Επιστρέφοντας από την Αφρική κάναμε πάλι διακοπές στην Ελλάδα για να προσαρμοστούμε πίσω στην Ευρώπη κι έτσι η Ελλάδα έγινε για μένα ένας προσιτός ενδιάμεσος σταθμός.
Στην εφηβεία αποφάσισα να ξαναμάθω τα γαλλικά και μετά το λύκειο πήγα στο Παρίσι για να μείνω εκεί. Όμως δεν πέρασαν πολλές μέρες από την εγκατάστασή μου εκεί, και στην αναζήτηση για δουλειά σε καφέ και εστιατόρια έπεσα πάνω σε ένα κέντρο με μαθήματα ελληνικής γλώσσας κι έτσι ξεκίνησα να μαθαίνω ελληνικά στο Παρίσι. Μετά από έξι μήνες κατάλαβα ότι για να μάθω καλά τα ελληνικά θα έπρεπε να πάω στην Ελλάδα κι έτσι δήλωσα συμμετοχή σε εντατικά μαθήματα γλώσσας στο Athens Centre και μετακόμισα στην Αθήνα για νέες περιπέτειες.
Με φιλοξένησαν στο Παγκράτι φίλοι από την Ερεσό, ο ένας ήταν ο Δημήτρης Γραμματής που είχα γνωρίσει στο χωριό με παρέμβαση της μητέρας μου γιατί μιλούσε κι αυτός τα γαλλικά από τα παιδικά του χρόνια στο Ζαΐρ/Κονγκό. Ο Δημήτρης είχε έναν συμφοιτητή στη γεωπονική σχολή, το Γιώργο Τριχά που ερχόταν με τη κιθάρα του στο σπίτι για παρέα και γίναμε φίλοι και χρόνια αργότερα έγινε και ο σύντροφος της ζωής μου – φέτος γιορτάζουμε 30 χρόνια γάμου!
Όμως η προσέγγισή μου στον ελληνικό πολιτισμό και στην ελληνική γλώσσα ήταν αρκετά επιστημονική. Στα 18 μου γενέθλια ο πατέρας μου μου έδωσε ένα βιβλίο του μεγάλου ανθρωπολόγου Michael Herzfeld για τη δημιουργία της σύγχρονης Ελλάδας και τη σχέση της με τα ευρωπαϊκά ιδεολογικά σχήματα του 18ου και 19ου αιώνα και μου φάνηκε εξαιρετικά ενδιαφέρον τόσο η ιστορία των Ελλήνων όσο και τα κίνητρα των ευρωπαίων να δημιουργήσουν μία χώρα που να ταιριάζει στα δικά τους αφηγήματα προέλευσης (η Ελλάδα ως λίκνου της Ευρώπης).
Μετά από δύο χρόνια που ταξίδευα στην Ευρώπη με τρένο και έμενα και ένα διάστημα στην Πράγα της Τσεχίας γύρισα στη Δανία και ξεκίνησα πανεπιστημιακές σπουδές στην Ευρωπαϊκή Εθνολογία. Δεν άντεξα όμως πολύ γιατί μου έλειπε η επαφή με τα Ελληνικά και μετά από ένα χρόνο άλλαξα κατεύθυνση και μπήκα στο τμήμα νεοελληνικών σπουδών. Στο ίδιο τμήμα έκανα μεταπτυχιακές σπουδές και διδακτορικό. Είχα διάφορες θέσεις ως διδάσκον προσωπικό και ερευνήτρια αλλά το 2016 δυστυχώς αποφάσισε το Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης να κλείσει το πρόγραμμα νεοελληνικών σπουδών και ταυτόχρονα να διώξει τη μεγάλη συλλογή ελληνικών βιβλίων που ήταν από τις καλύτερες βιβλιοθήκες νεοελληνικών σπουδών στη Βόρεια Ευρώπη.
Πες μας για το Ελληνικό Ινστιτούτο Δανίας
Δύο χρόνια μετά το κλείσιμο του τμήματος νεοελληνικών σπουδών διοργάνωσα ένα μεγάλο συνέδριο στο Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης για τον βρετανό φιλέλληνα Patrick Leigh Fermor (1915-2011) με ομιλητές από το Μουσείο Μπενάκη, από τη Βρετανία, τις ΗΠΑ και τη Δανία. Η βασίλισσα της Δανίας Μαργρέτε και η αδελφή της Άννα Μαρία, πρώην βασίλισσα της Ελλάδας συμμετείχαν σε ένα μέρος του συνεδρίου. Στο συνέδριο ανακοινώθηκε ότι θα ιδρύσουμε ένα ιδιωτικό Ελληνικό Ινστιτούτο της Δανίας για να συνεχίσουμε τη προβολή του ελληνικού πολιτισμού στη Δανία και για να διασώσουμε την ελληνική βιβλιοθήκη. Για τέσσερα χρόνια πάλευα να υλοποιήσω το όραμα του Ελληνικού Ινστιτούτου Δανίας. Εξασφάλισα χρηματοδότηση για εκδηλώσεις όπως ένα φεστιβάλ ελληνικής λογοτεχνίας αλλά ποτέ δεν κατάφερα να βρω κονδύλια για τη βιβλιοθήκη και για τη μακροχρόνια βιωσιμότητα της προσπάθειας. Η ελληνική πρεσβεία στη Δανία τελικά ανέλαβε τους 7000 τόμους και μετά από χρόνια στάλθηκαν στο Πανεπιστήμιο Αθηνών κι έτσι έληξε η εξηντάχρονη ιστορία των νεοελληνικών σπουδών στη Δανία.
Ταξιδεύεις συνέχεια ανάμεσα σε Ελλάδα και Δανία. Πώς βλέπεις τα πράγματα;
Όλος ο κόσμος έχει αλλάξει ριζικά τις τελευταίες δεκαετίες, τόσο ιδεολογικά και πολιτικά όσο και κοινωνικά και οικονομικά. Οι αλλαγές, που συνήθως τις λέμε κρίσεις, ήταν πιο φανερές στην Ελλάδα από το 2008, αλλά έχουν αρχίσει να φαίνονται πιο έντονα και σε μία πλούσια χώρα σαν τη Δανία. Η κοινωνική ανισότητα αυξάνεται ραγδαία στη Δανία παρόλο που η οικονομία της χώρας πάει καλά ιδίως λόγω μεγάλων εταιριών, όπως η μεταφορική Maersk και η φαρμακευτική Novo, αλλά και η εταιρία παρασκευής όπλων Terma.
Η σχετικά καλή οικονομική κατάσταση της Δανίας σημαίνει ότι δεν υπάρχει μεγάλη ανεργία και τις τελευταίες δεκαετίες έχουν μεταναστεύσει πολλοί Έλληνες στη Δανία για σπουδές και εργασία. Σήμερα ακούς πολύ συχνά ελληνικά στους δρόμους της Κοπεγχάγης, κάτι που ήταν αδιανόητο πριν από 20 χρόνια που η τότε ελληνική κοινότητα Δανίας μετρούσε μόνο 500 άτομα.
Και στις δύο χώρες υπάρχει μια ανησυχητική υποτίμηση των ανθρωπιστικών αξιών και της αλληλεγγύης όπως και της τέχνης και των γραμμάτων. Όλη η Ευρώπη και η λεγόμενη Δύση βιώνει καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και κατάχρηση των φυσικών πόρων της γης. Είμαι γενικά πολύ απαισιόδοξη για το μέλλον μας όπου και να ζούμε στον πλανήτη, αλλά νιώθω ευγνώμων για τη σχέση μου με έναν ευλογημένο τόπο σαν την Ερεσό που όταν βρίσκομαι εκεί με παρηγορεί η ομορφιά της φύσης και η πέρα από τον άνθρωπο πνευματική παρουσία που υπάρχει στην περιοχή.
Τι θα ήθελες να ευχηθείς για την Ερεσό μας
Θα ήθελα να σε ευχαριστήσω από καρδιάς, Αντιόπη, για την ευκαιρία που μου δόθηκε να μιλήσω για τη σχέση μου με την Ερεσό και την Ελλάδα. Επίσης θα ήθελα να αναφέρω τη συγκίνηση που ένιωθα όταν είδα το ντοκιμαντέρ Λεσβία της Τζέλης Χατζηδημητρίου. Η ταινία προβλήθηκε στην Κοπεγχάγη και πήγα δύο φορές να τη δω και κάθε φορά με συγκίνησε βαθιά. Ξεκινάει την ίδια χρονιά που πρωτοπήγα παιδί στην Ερεσό και η ταινία ήταν σαν μια ζεστή αγκαλιά από το παρελθόν ως το σήμερα. Εύχομαι η Ερεσός να παραμένει και στο μέλλον τέτοια αγκαλιά αλληλοσεβασμού, ομορφιάς και ανθρωπιάς και να συνεχίσουν να έρχονται άνθρωποι που να σέβονται την πνευματική της παράδοση ώστε να μη γίνει σαν τα άλλα τουριστικά μέρη με μόνο σκοπό την κερδοφορία. Ο κόσμος χρειάζεται μετριοφροσύνη και άλλες αξίες από το χρήμα και νομίζω ότι η Ερεσός που την ξέρω 45 χρόνια είναι ένα παράδειγμα για το πώς μπορεί ένα μέρος να παραμείνει πιστό στις ανθρώπινες αξίες χωρίς να ακολουθήσει τυφλά κερδοσκοπικές ευκαιρίες. Αυτό το επίτευγμα βέβαια δεν έρχεται από μόνο του και συγχαίρω τους ερεσιώτες, ντόπιους και μη, που ακούραστα επιμένουν στις αξίες της φύσης και στην απαραίτητη ισορροπία ανάμεσα στον άνθρωπο και το φυσικό περιβάλλον.
Μικρό βιογραφικό
Η Τρίνε Στάουνινγκ-Βίλερτ (Trine Stauning Willert) είναι Δανέζα πανεπιστημιακός, συγγραφέας και μεταφράστρια, με ειδίκευση στις σύγχρονες ελληνικές σπουδές. Ήταν επίκουρη καθηγήτρια Νεοελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης μέχρι το 2016. Η έρευνά της επικεντρώνεται στην εθνική ταυτότητα, τη σχέση μεταξύ θρησκείας και εθνικής ταυτότητας στην Ελλάδα, και την πολιτιστική σχέση μεταξύ Ελλάδας και Ευρώπης. Έχει γράψει εκτενώς για τις "νέες φωνές" στην ελληνική Ορθόδοξη σκέψη και τη συζήτηση για την ανανέωση της θρησκείας όπως και για την αναθεώρηση του Οθωμανικού παρελθόντος στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία και ιστοριογραφία.
Είναι συγγραφέας και επιμελήτρια πολλών βιβλίων, συμπεριλαμβανομένων των "New Voices in Greek Orthodox Thought: Untying the Bond between Nation and Religion" (2014) ”The New Ottoman Greece in History and Fiction” (2018) και "Retelling the Past in Contemporary Greek Literature, Film, and Popular Culture" (2019).
Μετά το κλείσιμο του τμήματος, εργάζεται ως μεταφράστρια, ομιλήτρια και ακαδημαϊκή ξεναγός, ενώ ίδρυσε το Ελληνικό Ινστιτούτο Δανίας (2018-2022) για τη στήριξη του ελληνικού πολιτισμού στη Δανία.








Σχόλια